
Απέμενε μονοψήφιος αριθμός χιλιομέτρων μέχρι τα Τσίντζινα. Το τοπίο είχε ανοίξει. Είχε βγει από τις κλεισούρες του βουνού. Εκινείτο πλέον στις δυτικές-νοτιοδυτικές πλαγιές. Πάντα δασωμένες. Ατέρμονα πράσινες. Ομορφιά που δεν αφήνει τους σφυγμούς να γίνουν διψήφιοι. Ο ουρανός εμφανιζόταν πλέον ακάλυπτος πάνω από το κεφάλι του. Βαθιά γλαυκός. Απόλυτα ανέφελος. Ανεπιτήδευτα κυρίαρχος. Χωρίς το φυσικό εμπόδιο των, πυκνής διάταξης, δενδροκορφών. Μπορούσε να διακρίνει με ευκολία, απέναντι, την κορυφογραμμή του Ταΰγετου. Το αντίπαλον δέος του Πάρνωνα. Οι στροφές συνεχίζονταν. Μονότονα υπέροχες. Έξαφνα... Εντελώς απροειδοποίητα... Αποκαλύφθηκαν μπροστά του τα Τσίντζινα. Στον λαμπερό, μα κρύο, Ήλιο παραδομένα. Αβίαστη νωχέλεια. Χρόνος νωθρός. Συναπάντημα βουνοπλαγιών. Δασωμένα γκρέμια στέκονται στο προσκέφαλο του μικρού χωριού με έγνοια πατρική. Ένα παιχνιδιάρικο ρέμα βρίσκει διέξοδο μέσα από το σμίξιμο των πλαγιών. Ξεγλιστράει από το στένωμα της χαράδρας και περνάει μέσα από το χωριό ψιθυρίζοντας το μονότονο κελαρυστό τραγούδι του.
Τα Τσίντζινα(“μικρό χωριό” στην Τσακωνική διάλεκτο) σε αρκετούς χάρτες αναφέρονται ως “Πολύδροσο”. Μια ονομασία που “εφευρέθηκε” επί δικτατορίας. Φυσικά οι ντόπιοι αυτοχαρακτηρίζονται περήφανα ως Τσιντζινιώτες και τίποτε άλλο.... Στο χωριό είχαν απομείνει λίγοι κάτοικοι. Το χειμώνα οι περισσότεροι Τσιντζινιώτες διαβιούν στα πεδινά τους καταλύματα και επανέρχονται στο χωριό με την έλευση της Άνοιξης. Παρόλα αυτά η ζωή εξακολουθεί να υπάρχει στον οικισμό μιας και τα τελευταία χρόνια λειτουργεί ένας όμορφος ξενώνας. Το “σχολαρχείο”. Ένα εγκαταλειμμένο σχολείο του 1891. Προσεχτικά αναπαλαιωμένο. Με μια υπέροχα διακοσμημένη αίθουσα πρωινού πού λειτουργεί και σαν καφέ μπαρ. Ξύλο και πέτρα παντού κυρίαρχα. Πρωτότυπα φωτιστικά. Οι καναπέδες γύρω από το αναμμένο τζάκι. Η Βανέσα Μέι και το βιολί της στα ηχεία. Γνωριμία με δύο Σπαρτιάτες εντουράδες και έναν ντόπιο πεζοπόρο. Διπλός Ελληνικός καφές-βάλσαμο. Μα το συγκλονιστικότερο όλων ήταν το τρίπτυχο ντόπιων προϊόντων: Γιαούρτι-μέλι-καρύδια.... χωρίς περαιτέρω σχόλια....
Επιστροφή από τον ίδιο, γνώριμο πλέον, δρόμο. Μετά από 15 περίπου χλμ, δεξιά στροφή. Ακολουθώντας την πινακίδα που δείχνει την κατεύθυνση για την πεντάμορφη του Βουνού: Την Καστάνιτσα. Στο οδικό δίκτυο του Πάρνωνα δεν χρειάζεσαι ιδιαίτερη ικανότητα προσανατολισμού. Η οδική σήμανση είναι ασφυκτικά παρούσα παντού. Σε κάθε μικρή ή μεγάλη διασταύρωση. Και φυσικά δεν έχεις ανάγκη την περιττή πολυτέλεια του GPS. Που θα σου αφαιρέσει ένα δομικό συστατικό της ταξιδιωτικής μαγείας: Την διακριτική ευχέρεια που, αξιωματικά, σου ανήκει: ΝΑ ΧΑΝΕΣΑΙ....

Άλλη μία στροφή... Και άλλη... Ακόμη μία... Και ξαφνικά μετά από μία κλειστή δεξιά εμφανίστηκε εμπρός του εικόνα εκθαμβωτική. Η Καστάνιτσα. Κατάλευκη από τα ασβεστωμένα σπίτια της. Κουρνιασμένη στην αγκαλιά του Πάρνωνα. Ανάμεσα σε δύο δασωμένες ρεματιές. Αμέτρητα Έλατα, στεφάνι στην κατάλευκη κόμη της. Ένα πυκνό δάσος από Καστανιές να ερωτοτροπεί μαζί της παθιασμένα. Στο βάθος να απομακρύνεται ακατάδεκτο το φαράγγι του ποταμού Βρασιώτη. Το φαιοπράσινο του βουνού την θέση του να δίνει στο γαλάζιο της θάλασσας. Κόλπος Αργολικός. Μα η όραση ακόρεστη. Να θέλει να φτάσει ακόμη μακρύτερα. Πέρα από την λαμπερά νερά. Το μάτι να ξαποστάσει στο μήκος της Αργολικής γης...

Η Ελατοσκέπαστη πλαγιά, βορειοδυτικά του χωριού ανέβαινε ακάθεκτη προς τα ουράνια. Συνέχιζε μέχρι τα 1934 μέτρα. Γινόταν κομμάτι από την ψηλότερη κορυφή του Πάρνωνα. Την Μεγάλη Τούρλα. Περίβλεπτη σε όλη την Ανατολική Πελοπόννησο. Μια κορυφή σχεδόν γυμνή από δένδρα. Που λάμπει στο φως της ανατολής και της δύσης. Και στο αχνό φέγγος του Σεληνόφωτος. Χαρίζοντας έτσι στο βουνό την πανάρχαια ονομασία του. Πάρνωνας. “Λαμπερή Κορυφή”....

Ράθυμη διάνυση των τελευταίων χιλιομέτρων. Η Καστάνιτσα πλησίαζε λικνιζόμενη. Η Μάχη νωχελικά τον μετέφερε μέσα από το πυκνό καστανόδασος που στεφάνωνε το χωριό και του χάριζε το όνομά του. Ένα καλντερίμι παίρνει την θέση της ασφάλτου. Τον υποδέχονται στενά σοκάκια. Ερημιά δίσημη. Δίπατα, λευκά πυργόσπιτα. Τοίχοι κάτασπροι. Η πάστρα του ασβέστη να ξανοίγει την όραση. Πόρτες και παραθυρόφυλλα βαμμένα, χρώματα ενθουσιώδη. Παιχνιδιάρικα, ξύλινα μπαλκόνια να τινάζουν προκλητικά το στήθος τους πάνω από το λιθόστρωτο. Φαιοπράσινες, τετράριχτες, σχιστολιθικές σκεπές που ξυπνάνε μνήμες από χωριά της Πίνδου. Γλάστρες, μικρά φυτά και οπωροφόρα δένδρα, στολίδια στις μικρές περιποιημένες αυλές....

“Στολίδι”, όνομα και πράγμα, είναι και η μικρή παραδοσιακή ταβέρνα στην πλατεία του χωριού. Χώρος όμορφος, σχεδόν κουκλίστικος. Τζάκι πυρπολημένο. Τοίχοι φωτεινοί. Τα νότια παράθυρα να βλέπουν στην πλατεία. Τα βορινά, στην δασωμένη χαράδρα να στέλνουν τα μάτια. Τα εδέσματα παραδοσιακά. Πεντανόστιμα. Το κρασί κόκκινο, σαν κουρασμένη φωτιά. Άγρια χόρτα με ατίθαση γεύση. Καθημαγμένα παντζάρια. Φέτες ψωμιού ψητές. Να τις νοτίζει το ριγανόλαδο. Και η προσωπική επιλογή: Χοιρινό μαγειρευτό με κάστανα. Γευστική ανάμνηση που δύσκολα θα σβήσει....

Μια επίσκεψη στο “κατώι της Αθανασίας”, θα κάνει τους σιελογόνους αδένες να δουλέψουν υπερωρίες. Πλήθος σπιτικών γλυκών κουταλιού και πολλών διαφορετικών μαρμελάδων. Βότανα και μυρωδικά, απλόχερη προσφορά του Πάρνωνα. Κρασί και ελαιόλαδο ντόπιας παραγωγής. Μέλι φρεσκοτρυγημένο. Δεκαπεντάλεπτη κουβέντα με την ολιγάριθμη παρέα του ιδιοκτήτη. Αποχώρηση με την συνοδεία διάφορων βάζων από ντόπια γλυκά κουταλιού...
Περιτρέχει με το βλέμμα του ολόκληρο το χωριό. Αχόρταγη αποτύπωση εικόνων της τελευταίας στιγμής. Παρακαταθήκη στην οπτική μνήμη για τα χαλεπά Αθηναϊκά μερόνυχτα. Δυνατή εισπνοή. Διεσταλμένα ρουθούνια παγιδεύουν οσμές θανατωμένων καυσόξυλων. Εκπομπές δραστήριων τζακιών. Στήλες καπνού ανυψώνονται από τις καμινάδες αυστηρών πυργόσπιτων. Σπονδές στην διφορούμενη ομορφιά του πρόωρου Χειμώνα...
Του ρολογιού οι δείκτες, άοκνοι,στροβιλίζονται. Αδυσώπητη ένδειξη της διαρκούς και ανεπίστρεπτης ροής. Ένας κουρασμένος Ήλιος χαιρετά. Νωχελικά κατευθύνεται στο κονάκι της Δύσης. Το φως λιγοστεύει. Η σκέψη του στενού, φιδογυριστού, επαρχιακού, ΣΚΟΤΕΙΝΟΥ δρόμου σφίγγει το μυαλό. Αίτημα άμεσης αναχώρησης. Η Μάχη έτοιμη. Ανέκαθεν έτοιμη.... Ιππεύει την μοτοσυκλέτα απρόθυμος. Ο αποχωρισμός του τόπου δυσχερής. Μα ο ερχομός του σκότους δυνητικά επικίνδυνος. Στο επανιδείν πάλλευκη Καστάνιτσα...

Αρχή της καθόδου. Από τα 950 μέτρα στο επίπεδο της θάλασσας. Από την ορεινή Καστάνιτσα στην, σχεδόν παραθαλάσσια, κωμόπολη του Αγίου Ανδρέα. Ο δρόμος να γλύφει τα χείλη του γκρεμού. Το φαράγγι του Βρασιώτη στα αριστερά του. Βαθύ. Απότομο. Θανάσιμα υπέροχο. Η λευκή φιγούρα της Καστάνιτσας να απομακρύνεται στον ορίζοντα της Δύσης. Αιωρούμενη σαν Ξωτική Κυρά του βουνού. Ακόμη πιο ψηλά, η “λαμπερή κορυφή” να τον αποχαιρετά γυμνή δείχνοντάς του τα κάλλη της. Τα Έλατα και το καστανόδασος παραχωρούν μεγαλόκαρδα την θέση τους στους ελαιώνες και στην χαμηλή βλάστηση. Η παρουσία του βράχου σκληραίνει το τοπίο. Πολλές οι ομοιότητες με το βασίλειο της πέτρας, την Μάνη. Πιο ομαλό πλέον, το Βρασιώτικο φαράγγι, σύντροφος για τα τελευταία δεκαπέντε χιλιόμετρα της κατάβασης. Και ξαφνικά, μετά από μια δεξιά στροφή, είδε....

Απότομη άνοδος σφυγμών. Μάτια γουρλωμένα και, ανεξήγητα, υγρά. Μουδιασμένα ακροδάχτυλα, προσπαθούν την μανέτα του φρένου να γραπώσουν . Ακινητοποίηση. Αφίππευση. Κοκαλωμένος δίπλα στην Μάχη. Σαν να προσπαθεί, με την ακινησία του να παγώσει την ροή του χρόνου. Στο βάθος ο Αργολικός κόλπος. Πέρα από αυτόν η χερσόνησος της Αργολίδας. Και στη δεξιά γωνιά του οπτικού οργίου, ο μεγάλος πρωταγωνιστής: Η ανατολή της Πανσελήνου....
Όμορφο τέλος μιας όμορφης μέρας. Ρουφούσε σαν μαύρη τρύπα τα δεδομένα της εικόνας που γέμιζε το οπτικό του πεδίο. Ώρα αρκετή ακίνητος. Αναλογιζόμενος τις 12 προηγηθέντες ώρες. Συζητώντας με την συνειδητότητα του εαυτού του.. Ανταλλάσσοντας απόψεις για αυτά που είχε ζήσει. Μια διαδικασία που την έχει επαναλάβει αναρίθμητες φορές. Όσες και τα μοναχικά του ταξίδια...
Σε τέτοια ταξίδια είχε βιώσει εμπειρίες αξέχαστες. Πως θα μπορούσε ποτέ να λησμονήσει εκείνη την νύχτα στα δάση της Β. Πίνδου, τον διαλογισμό υπό τον έναστρο ουρανό στο ακρωτήριο Τρυπητή της Γαύδου, την “απογείωση” στην λίμνη Κερκίνη, τις δύο συγκλονιστικές νύχτες αυτεπίγνωσης στην ερημιά των Σκωτσέζικων Highlands, την εξαγνιστική βροχή στο Νορβηγικό Βόρειο Ακρωτήριο, το ελεύθερο camping στις Φινλανδικές λίμνες.... Πάντα μοναχικός. Ποτέ “μόνος”... Ανέκαθεν αναζητούσε την μοναχικότητα στα ταξίδια του. Ακόμη και σαν μια μορφή “άσκησης”. Ίσως γιατί δεν ήθελε να είναι, να αισθάνεται προσκολλημένος. Εξαρτώμενος, ψυχολογικά και συναισθηματικά από κάπου. Σύμφωνα με τον OSHO: “Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους στον κόσμο είναι το να μείνει κανείς μόνος”. Γι αυτό οι άνθρωποι συχνά αποποιούνται την ατομικότητά τους εισχωρώντας σε σχέσεις, πολλές φορές, ανούσιες. Πιεζόμενοι από το αβάσταχτο φορτίο της μοναξιάς, απλά εντάσσονται. Προσαρμόζονται. Στα πιστεύω της μάζας. Στις απόψεις και τις απαιτήσεις των διάφορων κοινωνικών ομάδων και ανθρώπων. Θέλοντας να νιώθουν ότι δεν είναι μόνοι. Ότι ανήκουν κάπου. Ελπίζοντας στην ΑΠΟΔΟΧΗ. Σε αυτό που, κατά την γνώμη τους, θα απομακρύνει τον κίνδυνο της επαπειλούμενης μοναξιάς. Χάνοντας έτσι την ευκαιρία να θρυμματίσουν την μοναξιά, να θριαμβεύσουν πάνω της, μετατρέποντάς την σε συνειδητή μοναχικότητα. Μια κατάσταση συναισθηματικής και ψυχολογικής απεξάρτησης από σχέσεις και συνυπάρξεις, “αναγκαίες” ή μη. Και όταν καταφέρουν αυτό θα είναι πλέον ικανοί να ΕΠΙΛΕΓΟΥΝ, να ΔΙΝΟΝΤΑΙ. Με μυαλό καθαρό... Πραγματικά αυτόβουλα... Απορρίπτοντας κάθε συμβιβασμό... Έξω από τα καλούπια της κοινωνίας, του συνόλου, της μάζας... Που πάντα προσπαθεί να σε κάνει κάτι άλλο από αυτό που είσαι. Που μόνο εσύ ξέρεις ότι είσαι... Να σε προσαρμόσει μέσα στα δικά της όρια. Να καλύψει πρώτα τις δικές της ανάγκες....
Φτάνοντας στον Άγιο Ανδρέα το φως της μέρας ήταν πλέον απών. Είχε μπροστά του ακόμη 200 χλμ μέχρι να εισέλθει και πάλι στο αλλότριο χωνευτήρι της Αθήνας. Δεν τον ένοιαζε όμως: Ακόμη μια φορά είχε βιώσει στιγμές απόλυτης ευτυχίας. Ακόμη μια φορά είχε αναρριχηθεί σε μια από τις προσωπικές του “Λαμπερές Κορυφές”....
© xlapakosayros